Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Το σχολικό έτος 2017-2018 η Α΄ τάξη του ΓΕΛ Ζαχάρως υλοποιεί πολιτιστικό πρόγραμμα με θέμα την τοπική διάλεκτο της ευρύτερης περιοχής.

Οι μαθητές καλούνται να καταγράψουν λέξεις και φράσεις της ντοπιολαλιάς ενταγμένες μέσα σε κείμενα, τα θέματα των οποίων επιλέγουν οι ίδιοι. Αρωγοί και συνεργάτες στο τολμηρό αυτό εγχείρημα όλοι οι κάτοικοι της περιοχής, ιδιαίτερα οι μεγαλύτεροι, δηλαδή όλοι εκείνοι που γνωρίζουν καλά και χρησιμοποιούν ακόμη και σήμερα τις ιδιαίτερες αυτές λέξεις και φράσεις, που καθιστούν τη γλώσσα μας μοναδική και αποδεικνύουν περίτρανα το μεγαλείο του ελληνικού πολιτισμού και τον πλούτο της ιστορίας μας.

Κύριος και μοναδικός μας στόχος, να μυηθούν σταδιακά οι μαθητές μας σ’ αυτή τη διαδικασία που θα τους μετατρέψει σε ενεργούς πολίτες, που θα σέβονται τον πολιτισμό, την παιδεία και τον άνθρωπο και θα μοχθούν για την καταγραφή, διάσωση και προβολή του πολιτισμικού μας πλούτου!

Παραθέτουμε εδώ την εργασία της μαθήτριας Καδόγλου Μυρτώς και φιλοδοξούμε σιγά-σιγά στην ανάρτηση όλων των εργασιών!

Καλούμε δε όλους τους συμπατριώτες μας να στηρίξουν το εγχείρημα μας!

Όσοι το επιθυμούν ας επικοινωνήσουν μαζί μας!

Υπεύθυνες για το συντονισμό του προγράμματος οι καθηγήτριες(φιλόλογοι):

Ευθυμία Μπαρτζελιώτη και Πανωραία Μακρή

 

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Σε ένα σταθμό λεωφορείων συναντιούνται δύο παλιοί συμμαθητές μετά από πολλά χρόνια, τυχαία…

Γιώρης – Γιά ‘τρα, γιά ‘τρα! Ο Κώστας! Πώς έχεις γινομένο έτσι ρε μαύρε;

           Ογράτησα να σε γνωρίσω με τέτοια μούκουλα. Αλλαξομουτσούνιασες!

Μπά συφορά που με βρήκε! Πώς κι από ΄δώ;

Κώστας – Τι λες ρε απόκουτε; Εγώ εδώ παρά κα μένω...

Πήγες Αθήνα και παραλύτιανες, μου φαίνεται.

Γιώρης – Τι να σου πω αδερφούλι μου, τό ‘χω χαημένο.

Εφτούνη η Αθήνα είναι χτικιό. Όλο τρέχω να προκάνω κι έχω λαλήσει.  

         Πολλή δουλειά, πολύ τρέξιμο και αποτέλεσμα μηδέν.

         Έχω και τον πατέρα μου άρρωστο και τρέχω… Μούτζω τα!

Κώστας – Τι λε ρε παιδί; Είναι καιρό άρρωστος;

Γιώρης – Είναι δυό χρόνια τώρα. Μ’ έχει βαρέσει νταμηλάς.

Δεν ξέρω κατά πού να κάμω. Αλλά τι να γίνει. Μεσ’ τη ζωή είναι όλα.

           Βλέπεις κι εφτούνος ο ευλογημένος δεν άκουγε μπίτι. Δεν ρόσεχε…

Δεν πα να του τα ΄λεγα εγώ… Στο τέλος: « Ξύσε – ξύσε η κουρούνα,

τα ‘βγαλε τα μάτια της ».

Κώστας – Κουράγιο αδερφέ. Έτσι είναι οι μεγάλοι.

Θέλουνε τρίψιμο τα μουτσούνια τους αλλά έχε χάρη…

Γιώρης – Τέλος πάντων, για ν’ αλλάξουμε τώρα θέμα και να ειπούμε τα δικά μας.

Εδώ που τα λέμε, εσύ λες ότι δεν με γνώρισες με τα μούκουλα αλλά κι εσύ δεν πας πίσω. Σα στοιχειό έχεις γινομένο.

Κώστας – Έλα τώρα μη μ’ αναγουλιάζεις καημένε.

             Γιατί, απ’ τ’ αμπάρι σου τρώου;

Γιώρης – Γιά ‘κω, δεν τ’ αφήνουμε αυτά να πάμε να πιούμε τίποτα έδε

               κεί να γιορτάσουμε την συνάντηση;

Κώστας – Αλά!

Γιώρης – Πάμε γιατί σε καμιά ώρα θα γίνω χανταβούλα.

Φεύγω πάλι για Αθήνα.

Κώστας – Για σωπάτε ρε! Κιόλας φεύγεις; Ακόμα δεν σε είδαμε.

Γιώρης – Για προχώρα τώρα μανούλα μου κι άσ’ τα λόγια.

Και αμέσως επιβιβάστηκε στο λεωφορείο και χάθηκε…


Μυρτώ Καδόγλου

24301306 1695463073854055_6759744644710456847_n