ΦΙΣΤΙΚΙΕΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑ

ΦΙΣΤΙΚΙΕΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑ

 

- Καλημέρα παππού. Έχεις δουλειά;

- Καλημέρα. Περιμένω τον Σταύρο, παιδικό μου φίλο.

- Θυμάσαι καμία ιστορία με το Σταύρο;

 -Θυμάμαι τα πάντα σαν τώρα. Έχουμε φάει ψωμί και αλάτι μαζί. Ξεχνιούνται οι φιστικιές του παπά ;

- Γιατί τι έγινε;

- Ήμασταν εννιά χρονώ . Την μπονώρα περνούσαμε απ ‘το μποστάνι του παπά για να πάμε στο σχολειό. Ο Σταύρος τζιαγούναγε απ ‘την πείνα , κατοχή είχαμε τότες, και απ ‘το κρύο. Τι νομίζεις; Είχαμε ρούχα σαν εσάς που φοράτε κάθε μέρα διαφορετικά; Με κάτι τζάνταλα γυρνούσαμε μες το τσιάφι και τρεμοκουκουρίζαμε. Παρακά ήσαντε οι φυστικιές και τις λιμπιζόμασταν. Μου λέει τότες ο Σταύρος :«Ρε Κώστα, οι φιστικιές γινήκανε. Μ’ έχει κόψει η λόρδα. Ο παπάς δεν μπορεί να τα φάει όλα μονάχος του. Πάμε παρακά να φάμε μερικά με πρεμούρα μάνι μάνι και μετά πάμε σχολείο».Ο παπάς ήτανε αδερφός της μητέρας μου. Είχα δικαιώματα. Ριχτήκαμε λοιπόν στα φιστίκια μέχρι που τυλώσαμε. Επειδή αργήσαμε όμως δεν επήγαμε σχολείο. Φοβόμασταν την αγριάδα του δασκάλου και το μπερντάχι.

Όταν εγύρισε ο πατέρας σπίτι απ’ τα μιλιόρια μου λέει: « Ντίνο, ο Μάρκος πάει στην Αθήνα. Του μίλησα να σου πάρει παπούτσια. Φέρε το πόδι σου να πάρω τα μέτρα». Εγώ βέβαια δεν εσκέφτηκα πως τα παπούτσια ήτανε ψέμα. Τότες με τρύπια τσουράπια ροβολούσαμε. Τα πόδια μας ήσαντε γεμάτα από λιθαροπάτια. Όχι σαν εσάς τους νεολαίους που μόλις παλιώσουνε λιγάκι τα παπούτσια σας τα πετάτε. Oύτε πως ήξερε απ’ τον δάσκαλο πως την ημέρα της κλοπής εγώ έλειπα απ’ το σχολείο. Το αφράτο χώμα είχε κρατήσει τις πατημασιές μας, οι οποίες ταίριαζαν με το πόδι του Σταύρου και το δικό μου. Εξάλλου τα παιδιά τότες στο χωριό ήσαντε δέκα όλα κι όλα.

Την επόμενη μέρα, ο πατέρας ήταν φουρκισμένος. Όταν με φώναξε κρατούσε τη βέργα.

-Δεν έκανα καμία ζημιά με τα πρόβατα ,είπα αμέσως.

-Άσε τις καλπουζανιές, κογιόνη. Έκανες  εσύ. Έφαγες τα φιστίκια απ’ το χωράφι του παπά, τα τούραγνά του.

-Ο Σταύρος μου είπε.» -

-Αν ο Σταύρος σου ‘λεγε να πέσεις στη λίμνα θα ‘πεφτες;»

Τότε λούμωσα. Τι να ‘λεγα; Συνέχισε το γεγονός με την είσπραξη κάποιων λουριδιών. Εγώ όμως δεν έβαλα μυαλό. Άμα χρειαστεί θα ξαναπάω στις φιστικιές. Και χαλάλι οι λουριδιές, είπα μέσα μου.

Τότε ακούστηκε τα χτύπημα της πόρτας. Ήταν ο κ. Σταύρος όπως τον είχα φανταστεί απ ‘τις διηγήσεις του παππού, ίσως με περισσότερα άσπρα μαλλιά και ρυτίδες.

 -Γεια σου παλιόφιλε.

- Γεια σου και σένα φίλε μου. Τις φιστικιές του παπά, τις θυμάσαι;

 

Μαρούσα  Γιάχου

 

 

23114899 362137544200170_1039296416_n